φαῦλος


φαῦλος
3 дурной

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "φαῦλος" в других словарях:

  • φαῦλος — cheap masc nom sg φαῦλος cheap masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαύλος — η, ο / φαῡλος, αύλη, ον, ΝΜΑ, θηλ. και ος ΜΑ κακοήθης, ανήθικος, αχρείος (α. «συναναστρέφεται με όλους τους φαύλους» β. «διὰ τί οὖν τῶν ἀγαθῶν πατέρων πολλοὶ υἱεῑς φαῡλοι γίγνονται», Πλάτ.) νεοελλ. φρ. «φαύλος κύκλος» α) (λογ.) βλ. κύκλος β) μτφ …   Dictionary of Greek

  • φαύλος — η, ο κακοήθης, αχρείος, αισχρός, διεστραμμένος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φαῦλον — φαῦλος cheap masc acc sg φαῦλος cheap neut nom/voc/acc sg φαῦλος cheap masc/fem acc sg φαῦλος cheap neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαῦλα — φαῦλος cheap neut nom/voc/acc pl φαῦλος cheap neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαῦλε — φαῦλος cheap masc voc sg φαῦλος cheap masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαῦλοι — φαῦλος cheap masc nom/voc pl φαῦλος cheap masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαῦλαι — φαῦλος cheap fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαυλότατ' — φαῡλότατα , φαῦλος cheap adverbial superl φαῡλότατα , φαῦλος cheap neut nom/voc/acc superl pl φαῡλότατα , φαῦλος cheap adverbial superl φαῡλότατα , φαῦλος cheap neut nom/voc/acc superl pl φαῡλότατε , φαῦλος cheap masc voc superl sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαυλότερον — φαῡλότερον , φαῦλος cheap adverbial comp φαῡλότερον , φαῦλος cheap masc acc comp sg φαῡλότερον , φαῦλος cheap neut nom/voc/acc comp sg φαῡλότερον , φαῦλος cheap adverbial comp φαῡλότερον , φαῦλος cheap masc acc comp sg φαῡλότερον , φαῦλος… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φαῦλ' — φαῦλα , φαῦλος cheap neut nom/voc/acc pl φαῦλα , φαῦλος cheap neut nom/voc/acc pl φαῦλε , φαῦλος cheap masc voc sg φαῦλε , φαῦλος cheap masc/fem voc sg φαῦλαι , φαῦλος cheap fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)